Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drag on
01
παρατείνεται, τραβάει υπερβολικά
to continue for an extended or tedious period, often with no clear resolution or conclusion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
drag
ενεστώτας
drag on
γ΄ ενικό πρόσωπο
drags on
ενεστώτα μετοχή
dragging on
απλός αόριστος
dragged on
παθητική μετοχή
dragged on
Παραδείγματα
The meeting seemed to drag on for hours without reaching any decisive outcomes.
Η συνάντηση φαινόταν να παρατείνεται για ώρες χωρίς να επιτευχθεί κανένα αποφασιστικό αποτέλεσμα.



























