Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drag on
[phrase form: drag]
01
παρατείνεται, τραβάει υπερβολικά
to continue for an extended or tedious period, often with no clear resolution or conclusion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
drag
ενεστώτας
drag on
γ΄ ενικό πρόσωπο
drags on
ενεστώτα μετοχή
dragging on
απλός αόριστος
dragged on
παθητική μετοχή
dragged on
Παραδείγματα
The winter months can feel like they drag on when waiting for the arrival of warmer weather.
Οι χειμερινοί μήνες μπορεί να φαίνονται ότι παρατείνονται όταν περιμένουμε την άφιξη του θερμότερου καιρού.



























