Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alma mater
01
alma mater, πρώην πανεπιστήμιο
the university, college, or school that one used to study at
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alma maters
Παραδείγματα
The alma mater's new scholarship program aims to support underprivileged students.
Το νέο πρόγραμμα υποτροφιών της alma mater στοχεύει στη στήριξη φοιτητών με οικονομικές δυσκολίες.



























