doyly
doy
ˈdɔɪ
doy
ly
li
li
dollydrylydoyleydoily

Ορισμός και σημασία του "doyly"στα αγγλικά

01

πετσέτα, υποστρώματα πιάτων

a small round piece of linen placed under a dish or bowl 
doyly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
doylies

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store