dowry
dow
ˈdaʊ
νταου
ry
ri
ρι
/dˈa‍ʊɹi/

Ορισμός και σημασία του "dowry"στα αγγλικά

01

προίκα, φερνή

money, goods, or property that a bride's family gives to the groom or his family at marriage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dowries
Παραδείγματα
The dowry included jewelry and furniture for the bride.
Η προίκα περιλάμβανε κοσμήματα και έπιπλα για τη νύφη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store