Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
double time
01
σε διπλή ταχύτητα, πιο γρήγορα
at a faster speed
γραμματικές πληροφορίες
Double time
01
διπλός χρόνος, διπλός μισθός
a doubled wage (for working overtime)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
double times
02
γρήγορος βηματισμός, διπλός χρόνος
a fast marching pace (180 steps/min) or slow jog



























