double helix
dou
ˈdʌ
da
ble
bəl
bēl
he
hi:
hi
lix
lɪks
liks

Ορισμός και σημασία του "double helix"στα αγγλικά

01

διπλή έλικα, έλικα διπλή

a pair of parallel helices intertwined about a common axis 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
double helices
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store