Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Double helix
01
διπλή έλικα, έλικα διπλή
a pair of parallel helices intertwined about a common axis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
double helices



























