Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Double flat
01
διπλό ύφεση, ύφεση διπλή
a musical symbol that indicates the lowering of a note by two half steps or two semitones, equivalent to the same note as a natural but two half steps lower
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
double flats



























