Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Double entendre
01
διπλό νόημα, υπαινιγμός
a phrase or word that intentionally conveys two distinct meanings, usually with one sexual connotation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
double entendres



























