Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Double dagger
01
διπλό στιλέτο, διπλός σταυρός
a punctuation symbol used to indicate additional information or a footnote reference in written text
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
double daggers



























