dorm room
dorm
dɔ:m
ντομ
room
ru:m
ρουμ

Ορισμός και σημασία του "dorm room"στα αγγλικά

01

δωμάτιο κοιτώνα, αίθουσα κοιτώνων

a large sleeping room containing several beds 
dorm room definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dorm rooms

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store