doric
do
ˈdɒ
do
ric
rɪk
rik
boricchoriccalorichistoric

Ορισμός και σημασία του "doric"στα αγγλικά

01

Δωρικός, Δωρική διάλεκτος

the dialect of Ancient Greek spoken in Doris 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
01

δωρικός, σχετικός με το δωρικό ρυθμό

relating to an ancient Greek style of architecture that uses massive plain columns with squared tops 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store