doorway
door
ˈdɔ:
ντο
way
weɪ
ουει
Norway

Ορισμός και σημασία του "doorway"στα αγγλικά

01

είσοδος, άνοιγμα της πόρτας

the area around the door at the entrance to a house, room, etc. 
doorway definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
doorways
Παραδείγματα
She stood in the doorway, waving goodbye as he left for work. 

Στάθηκε στο κατώφλι της πόρτας, κουνώντας το χέρι της στο αντίο καθώς έφευγε για τη δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

doorway

door

+

way

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store