doorstop
Pronunciation
/dˈoːɹstɑːp/

Ορισμός και σημασία του "doorstop"στα αγγλικά

01

σταματητής πόρτας, πώμα πόρτας

a small object or device placed on the floor to prevent a door from swinging or closing fully
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doorstops
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store