doorman
Pronunciation
/ˈdɔrˌmæn/

Ορισμός και σημασία του "doorman"στα αγγλικά

01

θυρωρός, κονσιέρζ

a man working in a hotel, building, etc. who lets visitors in and helps them find a taxi
doorman definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doormen
Παραδείγματα
The doorman's keen observation skills helped ensure the safety and security of the building, as he carefully monitored arrivals and departures throughout the day.
Οι οξείες δεξιότητες παρατήρησης του θυρωρού βοήθησαν να διασφαλιστεί η ασφάλεια του κτιρίου, καθώς παρακολουθούσε προσεκτικά τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Λεξικό Δέντρο

doorman

door

+

man

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store