to don
don
dɒn
don
yonronhonwan

Ορισμός και σημασία του "don"στα αγγλικά

to don
01

φορώ, ντύνω

to put on clothing 
Transitive: to don clothing
to don definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
don
γ΄ ενικό πρόσωπο
dons
ενεστώτα μετοχή
donning
απλός αόριστος
donned
παθητική μετοχή
donned
Παραδείγματα
He decided to don a sharp suit for the job interview to make a professional impression. 

Αποφάσισε να φορέσει μια κομψή στολή για τη συνέντευξη εργασίας για να κάνει μια επαγγελματική εντύπωση.

01

ένας Ισπανός ευγενής, ένας Ισπανός ευγενής

a Spanish gentleman or nobleman 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dons
02

ντον, ένας ισπανικός τίτλος ευγένειας ή μια μορφή προσφώνησης για άνδρες που προτάσσεται στο μικρό όνομα

a Spanish courtesy title or form of address for men that is prefixed to the forename 
03

ένας ανώτερος πανεπιστημιακός δάσκαλος ή καθηγητής, ιδιαίτερα συνδεδεμένος με το Oxford και το Cambridge

a senior university teacher or professor, particularly associated with Oxford and Cambridge 
Παραδείγματα
The esteemed don at Oxford University delivered an insightful lecture on medieval history. 

Ο επιφανής ντον του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης έδωσε μια διορατική διάλεξη για τη μεσαιωνική ιστορία.

04

ο ντον, ο αρχηγός της εγκληματικής οικογένειας

the head of an organized crime family 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store