Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Domino effect
01
φαινόμενο ντόμινο, αλυσιδωτή αντίδραση
a situation in which a series of similar events are triggered by a single event as the primary cause
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
domino effects
LanGeek



























