Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dolly
01
κούκλα, φιγούρα
a small replica of a person; used as a toy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dollies
02
καροτσάκι, πλατφόρμα με ρόδες
conveyance consisting of a wheeled platform for moving heavy objects
03
καροτσάκι, πλατφόρμα με ρόδες
a low platform on wheels that is used for carrying a TV or movie camera



























