Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dollhouse
01
σπιτάκι με κούκλες, παιχνιδόσπιτο
a small toy house often containing tiny furniture and small dolls as well
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dollhouses
02
σπιτάκι κούκλας, παιδικό σπίτι
a house so small that it is likened to a child's plaything
Λεξικό Δέντρο
dollhouse
doll
house



























