dollhouse
doll
dɑ:l
νταλ
house
haʊs
χαουσ
/ˈdɒlˌhaʊs/

Ορισμός και σημασία του "dollhouse"στα αγγλικά

01

σπιτάκι με κούκλες, παιχνιδόσπιτο

a small toy house often containing tiny furniture and small dolls as well
dollhouse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dollhouses
02

σπιτάκι κούκλας, παιδικό σπίτι

a house so small that it is likened to a child's plaything
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store