dolled up
Pronunciation
/dˈɑːld ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "dolled up"στα αγγλικά

01

στολισμένος, κομψός

dressed in fancy or formal clothing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dolled up
συγκριτικός βαθμός
more dolled up
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store