Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Divine service
01
θεία λατρεία, δημόσια λατρεία
the act of public worship following prescribed rules
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
divine services
LanGeek



























