Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dive
01
βουτώ, πηδώ
to jump into water, usually hands and head first
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
dive
γ΄ ενικό πρόσωπο
dives
ενεστώτα μετοχή
diving
απλός αόριστος
dove
παθητική μετοχή
dived
Παραδείγματα
He is going to dive into the sea from the boat.
Πρόκειται να βουτήξει στη θάλασσα από το σκάφος.
1.1
καταδύομαι, κάνω καταδύσεις
to swim under water for specific purposes using special swimming and breathing equipment
Intransitive: to dive | to dive somewhere
Παραδείγματα
Scuba divers often dive in coral reefs to explore the vibrant marine life.
Οι καταδύτες συχνά καταδύονται σε κοραλλιογενείς υφάλους για να εξερευνήσουν τη ζωντανή θαλάσσια ζωή.
02
βουτώ, πετώ κατακόρυφα
(of an aircraft or a bird) to descend steeply in the air
Intransitive
Παραδείγματα
The eagle soared high in the sky before deciding to dive swiftly to catch its prey.
Ο αετός πετάχτηκε ψηλά στον ουρανό πριν αποφασίσει να βουτήξει γρήγορα για να πιάσει το θήραμά του.
Dive
01
βουτιά, κατάδυση
a headlong plunge into water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dives
1.1
βουτιά, απότομη κάθοδος
a steep nose-down descent by an aircraft
02
φτηνό νυχτερινό κέντρο, αμφιβόλης αίθουσα χορού
a cheap disreputable nightclub or dance hall
Λεξικό Δέντρο
diver
diving
dive



























