Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dissipation
01
διασκόρπιση, ασωτία
dissolute indulgence in sensual pleasure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
διασπορά
the act of living leisurely by wasting money, energy, etc. on useless actvities and overindulgence of alcohol
03
διασκόρπιση, εξάντληση
the state of breaking, scattering, and eventually vanishing
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dissipation
dissipate



























