Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dissimulate
01
κρύβω, καμουφλάρω
to conceal or disguise one's true feelings, intentions, or thoughts behind a false appearance or behavior
Transitive: to dissimulate one's feelings or thoughts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dissimulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
dissimulates
ενεστώτα μετοχή
dissimulating
απλός αόριστος
dissimulated
παθητική μετοχή
dissimulated
Παραδείγματα
The politician attempted to dissimulate his disagreement with the party's decision.
Ο πολιτικός προσπάθησε να καλύψει τη διαφωνία του με την απόφαση του κόμματος.
Λεξικό Δέντρο
dissimulative
dissimulate
simulate
simul



























