alligator
a
ˈæ
ā
lli
li
ga
ˌgeɪ
gei
tor
allocator

Ορισμός και σημασία του "alligator"στα αγγλικά

01

αλιγάτορας, κροκόδειλος

a large animal living in both water and on land which has strong jaws, a long tail, and sharp teeth 
alligator definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alligators
Παραδείγματα
The alligator basked in the sun on the riverbank, its formidable jaws slightly ajar. 

Ο αλιγάτορας λιάζονταν στον ήλιο στην όχθη του ποταμού, με τα τρομερά σαγόνια του ελαφρά ανοιχτά.

02

δέρμα αλιγάτορα, δέρμα κροκόδειλου

leather made from alligator's hide 
to alligator
01

ραγίζω σαν δέρμα αλιγάτορα, αποκτώ την εμφάνιση δέρματος αλιγάτορα

crack and acquire the appearance of alligator hide, as from weathering or improper application; of paint and varnishes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
alligator
γ΄ ενικό πρόσωπο
alligators
ενεστώτα μετοχή
alligatoring
απλός αόριστος
alligatored
παθητική μετοχή
alligatored
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store