Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alligator
01
αλιγάτορας, κροκόδειλος
a large animal living in both water and on land which has strong jaws, a long tail, and sharp teeth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alligators
Παραδείγματα
Signs warning of alligator presence reminded hikers to stay vigilant along the trail.
Οι πινακίδες που προειδοποιούσαν για την παρουσία αλιγάτορα θύμισαν στους πεζοπόρους να παραμείνουν σε εγρήγορση κατά μήκος του μονοπατιού.
02
δέρμα αλιγάτορα, δέρμα κροκόδειλου
leather made from alligator's hide
to alligator
01
ραγίζω σαν δέρμα αλιγάτορα, αποκτώ την εμφάνιση δέρματος αλιγάτορα
crack and acquire the appearance of alligator hide, as from weathering or improper application; of paint and varnishes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
alligator
γ΄ ενικό πρόσωπο
alligators
ενεστώτα μετοχή
alligatoring
απλός αόριστος
alligatored
παθητική μετοχή
alligatored



























