allied
a
ə
ē
llied
ˈlaɪd
laid
halide

Ορισμός και σημασία του "allied"στα αγγλικά

01

συγγενής, συμμαχικός

related by common characteristics or ancestry 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

υψωμένο σε πλαγιοδετήρες, τοποθετημένο σε ολισθητήρες

elevate onto skids 
03

συμμαχικός, των Συμμάχων

of or relating to or denoting the Allies in World War I 
04

συμμαχικός, των Συμμάχων

of or relating to or denoting the Allies in World War II 
05

συμμαχικός, ενωμένος

connected or united by an agreement, treaty, or common purpose 
Παραδείγματα
The countries became allied to defend against external threats. 

Οι χώρες έγιναν σύμμαχοι για να αμυνθούν κατά των εξωτερικών απειλών.

06

συμμαχικός, ενωμένος

united in a confederacy or league 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store