allied
a
ˈæ
ā
llied
ˌlaɪd
laid
/ˈalaɪd/

Ορισμός και σημασία του "allied"στα αγγλικά

01

συγγενής, συμμαχικός

related by common characteristics or ancestry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

υψωμένο σε πλαγιοδετήρες, τοποθετημένο σε ολισθητήρες

elevate onto skids
03

συμμαχικός, των Συμμάχων

of or relating to or denoting the Allies in World War I
04

συμμαχικός, των Συμμάχων

of or relating to or denoting the Allies in World War II
05

συμμαχικός, ενωμένος

connected or united by an agreement, treaty, or common purpose
Παραδείγματα
Allied leaders met to coordinate their strategies.
Οι συμμαχικοί ηγέτες συναντήθηκαν για να συντονίσουν τις στρατηγικές τους.
06

συμμαχικός, ενωμένος

united in a confederacy or league
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store