Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
allied
01
συγγενής, συμμαχικός
related by common characteristics or ancestry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
υψωμένο σε πλαγιοδετήρες, τοποθετημένο σε ολισθητήρες
elevate onto skids
03
συμμαχικός, των Συμμάχων
of or relating to or denoting the Allies in World War I
04
συμμαχικός, των Συμμάχων
of or relating to or denoting the Allies in World War II
05
συμμαχικός, ενωμένος
connected or united by an agreement, treaty, or common purpose
Παραδείγματα
Allied leaders met to coordinate their strategies.
Οι συμμαχικοί ηγέτες συναντήθηκαν για να συντονίσουν τις στρατηγικές τους.
06
συμμαχικός, ενωμένος
united in a confederacy or league
Λεξικό Δέντρο
allied
ally



























