Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alleyway
01
δρομάκι, διάδρομος
a narrow passage between or behind buildings, typically used for access, deliveries, or shortcuts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alleyways
Παραδείγματα
They parked their bikes in the alleyway beside the café.
Παρκάρισαν τα ποδήλατά τους στο δρομάκι δίπλα στο καφέ.
Λεξικό Δέντρο
alleyway
alley
way



























