Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Allergic reaction
01
αλλεργική αντίδραση
a reaction caused by inhaling, touching, or ingesting specific substances that one's body is severely sensitive to
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
allergic reactions
Παραδείγματα
Avoiding known allergens is crucial for preventing an allergic reaction in sensitive individuals.
Η αποφυγή γνωστών αλλεργιογόνων είναι κρίσιμη για την πρόληψη μιας αλλεργικής αντίδρασης σε ευαίσθητα άτομα.



























