Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dirge
01
θρηνωδία, ελεγεία
a song, poem, or musical composition expressing grief, especially one performed at a funeral or memorial
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dirges
Παραδείγματα
The choir sang a solemn dirge as the procession entered the chapel.
Η χορωδία τραγούδησε έναν επιβλητικό θρήνο καθώς η πομπή μπήκε στο παρεκκλήσι.



























