dirge
dirge
dɜ:ʤ
dēj
durgedinge

Ορισμός και σημασία του "dirge"στα αγγλικά

01

θρηνωδία, ελεγεία

a song, poem, or musical composition expressing grief, especially one performed at a funeral or memorial 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dirges
Παραδείγματα
The choir sang a solemn dirge as the procession entered the chapel. 

Η χορωδία τραγούδησε έναν επιβλητικό θρήνο καθώς η πομπή μπήκε στο παρεκκλήσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store