Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diplomatist
01
διπλωμάτης, διεθνής διαπραγματευτής
an official engaged in international negotiations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diplomatists
Λεξικό Δέντρο
diplomatist
diplomat



























