Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diplomatic
01
διπλωματικός, σχετικός με τη διπλωματία
related to the work of keeping or creating friendly relationships between countries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
politics, international relations, negotiation
Παραδείγματα
Diplomatic efforts are underway to resolve the conflict peacefully.
Διπλωματικές προσπάθειες βρίσκονται σε εξέλιξη για την ειρηνική επίλυση της διαμάχης.
02
διπλωματικός, τακτικός
using sensitivity or careful judgment when dealing with people or delicate situations
Παραδείγματα
He handled the complaint in a diplomatic manner.
Χειρίστηκε το παράπονο με διπλωματικό τρόπο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undiplomatic
diplomatic
diplomat



























