to dig out
Pronunciation
/dˈɪɡ ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "dig out"στα αγγλικά

to dig out
01

ξεθάβω, σκάβω

dig out from underneath earth or snow
to dig out definition and meaning
02

σκάβω, ξεθάβω

create by digging
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
dig
ενεστώτας
dig out
γ΄ ενικό πρόσωπο
digs out
ενεστώτα μετοχή
digging out
απλός αόριστος
dug out
παθητική μετοχή
dug out
03

ξεθάβω, εξάγω

remove, harvest, or recover by digging
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store