to die away
Pronunciation
/dˈaɪ ɐwˈeɪ/

Ορισμός και σημασία του "die away"στα αγγλικά

to die away
[phrase form: die]
01

ξεθωριάζω, μειώνομαι σταδιακά

to gradually decrease and become less intense or smaller in amount
to die away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
die
ενεστώτας
die away
γ΄ ενικό πρόσωπο
dies away
ενεστώτα μετοχή
dying away
απλός αόριστος
died away
παθητική μετοχή
died away
Παραδείγματα
The excitement did not die away despite the challenges.
Ο ενθουσιασμός δεν εξασθένησε παρά τις προκλήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store