to die away
die
ˈdaɪ
dai
a
ə
ē
way
weɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "die away"στα αγγλικά

to die away
01

ξεθωριάζω, μειώνομαι σταδιακά

to gradually decrease and become less intense or smaller in amount 
to die away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
die
ενεστώτας
die away
γ΄ ενικό πρόσωπο
dies away
ενεστώτα μετοχή
dying away
απλός αόριστος
died away
παθητική μετοχή
died away
Παραδείγματα
Her laughter began to die away as she realized the seriousness of the situation. 

Το γέλιο της άρχισε να σβήνει όταν συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα της κατάστασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store