Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to die away
01
ξεθωριάζω, μειώνομαι σταδιακά
to gradually decrease and become less intense or smaller in amount
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
die
ενεστώτας
die away
γ΄ ενικό πρόσωπο
dies away
ενεστώτα μετοχή
dying away
απλός αόριστος
died away
παθητική μετοχή
died away
Παραδείγματα
Her laughter began to die away as she realized the seriousness of the situation.
Το γέλιο της άρχισε να σβήνει όταν συνειδητοποίησε τη σοβαρότητα της κατάστασης.



























