die-hard
die
daɪ
dai
hard
hɑrd
haard
/dˈaɪhˈɑːd/

Ορισμός και σημασία του "die-hard"στα αγγλικά

01

αδιάλλακτος, πεισματάρης

tradition-bound and obstinately opinionated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most die-hard
συγκριτικός βαθμός
more die-hard
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store