Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
die-hard
01
αδιάλλακτος, πεισματάρης
tradition-bound and obstinately opinionated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most die-hard
συγκριτικός βαθμός
more die-hard
διαβαθμίσιμο



























