Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dick
01
μαλάκας, αρχίδι
an obnoxious, rude, or inconsiderate person
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
That guy is such a dick for cutting in line.
Αυτός ο τύπος είναι ένας μαλάκας που μπήκε στη σειρά.
02
πουλί, πένις
obscene terms for penis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dicks
03
ντετέκτιβ, ερευνητής
someone who is a detective
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dickless
dicky
dick



























