Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alkalosis
01
αλκάλωση, αλκαλαιμία
a medical condition characterized by an excess of base or alkali in the blood and body tissues, resulting in a higher pH than normal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alkaloses
Παραδείγματα
Respiratory alkalosis can occur when there is hyperventilation, leading to a decrease in carbon dioxide levels in the blood.
Η αναπνευστική αλκάλωση μπορεί να συμβεί όταν υπάρχει υπερεξαερισμός, οδηγώντας σε μείωση των επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα.



























