alkaliser
Pronunciation
/ˈælkəlˌaɪsɚ/

Ορισμός και σημασία του "alkaliser"στα αγγλικά

01

αλκαλοποιητικό, εξουδετερωτικό οξύτητας

an agent that counteracts or neutralizes acidity (especially in the stomach)
alkaliser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alkalisers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store