alkaline
al
ˈæl
āl
ka
line
laɪn
lain

Ορισμός και σημασία του "alkaline"στα αγγλικά

01

αλκαλικός

refering to substances that have a pH greater than 7, indicating a basic or non-acidic nature 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alkaline
συγκριτικός βαθμός
more alkaline
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
chemistry, science, substances
Παραδείγματα
Soap is often alkaline, making it effective for cleaning grease and oils. 

Το σαπούνι είναι συχνά αλκαλικό, κάτι που το καθιστά αποτελεσματικό στον καθαρισμό λίπους και ελαίων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store