Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Detumescence
01
αποπήξωση, μείωση του πρηξίματος
the process of subsiding or diminishing in size or intensity of an abnormal swelling or erection in the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
detumescence
tumescence
tumesce



























