Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Desalination
01
αφαλάτωση, αποξήλωση αλατιού
the removal of salt (especially from sea water)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
desalination
desalinate
salinate



























