Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deracinate
01
ξεριζώνω, ξεβοτανιάζω
pull up by or as if by the roots
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deracinate
γ΄ ενικό πρόσωπο
deracinates
ενεστώτα μετοχή
deracinating
απλός αόριστος
deracinated
παθητική μετοχή
deracinated
02
ξεριζώνω, μετακινώ βίαια
move (people) forcibly from their homeland into a new and foreign environment
Λεξικό Δέντρο
deracination
deracinate



























