Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deputation
01
αντιπροσωπεία, αποστολή
a group of representatives or delegates
02
ανάθεση, εντολή
authorizing subordinates to make certain decisions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deputations



























