Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dependent on
01
εξαρτώμενος από, υπόκειται σε
being determined by conditions or circumstances that follow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most dependent on
συγκριτικός βαθμός
more dependent on
διαβαθμίσιμο



























