Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Department of English
/dɪpˈɑːɹtmənt ʌv ˈɪŋɡlɪʃ/
English Department
Department of English
01
Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας, Τομέας Αγγλικής Γλώσσας
an academic division within a university or college dedicated to the study of English language, literature, and composition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Departments of English
Παραδείγματα
The Department of English faculty comprises experts in various literary genres and critical theories.
Το Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας αποτελείται από ειδικούς σε διάφορα λογοτεχνικά είδη και κριτικές θεωρίες.



























