dental
Pronunciation
/ˈdɛnəɫ/, /ˈdɛntəɫ/

Ορισμός και σημασία του "dental"στα αγγλικά

01

οδοντικός, οδοντιατρικός

related to the teeth or dentistry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Oral hygiene is essential for maintaining good dental health and preventing tooth decay.
Η στοματική υγιεινή είναι απαραίτητη για τη διατήρηση καλής οδοντικής υγείας και την πρόληψη της τερηδόνας.
02

οδοντικός, δοντιατρικός

of or relating to dentistry
01

οδοντικός, οδοντικό σύμφωνο

a consonant sound produced with the tongue tip or blade touching the upper front teeth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dentals
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store