to deck up
Pronunciation
/dˈɛk ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "deck up"στα αγγλικά

to deck up
01

στολίζομαι, ντύνομαι κομψά

put on special clothes to appear particularly appealing and attractive
to deck up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
deck
ενεστώτας
deck up
γ΄ ενικό πρόσωπο
decks up
ενεστώτα μετοχή
decking up
απλός αόριστος
decked up
παθητική μετοχή
decked up
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store