Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deck out
01
στολίζομαι, ντύνομαι με επιδεξιότητα
to dress in an elaborate or stylish manner
Intransitive: to deck out as a character | to deck out in a costume
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
deck
ενεστώτας
deck out
γ΄ ενικό πρόσωπο
decks out
ενεστώτα μετοχή
decking out
απλός αόριστος
decked out
παθητική μετοχή
decked out
Παραδείγματα
The partygoers were excited to deck out in glamorous attire for the New Year's Eve celebration.
Οι παρευρισκόμενοι στο πάρτι ήταν ενθουσιασμένοι να στολίσουν τους εαυτούς τους με γλαμυρά ρούχα για τη γιορτή της Πρωτοχρονιάς.
02
διακοσμώ, στολίζω
to decorate in an elaborate or stylish manner
Transitive: to deck out a place with decorative items
Παραδείγματα
They decided to deck out the venue with fairy lights and floral arrangements for the wedding.
Αποφάσισαν να διακοσμήσουν τον χώρο με φωτάκια και ανθοδέσμες για το γάμο.



























