Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dead weight
01
νεκρό βάρος, ακίνητο βάρος
a heavy motionless weight
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
νεκρό βάρος, βάρος
someone or something that acts as a burden or complicates the process of achieving success
LanGeek



























