Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dead hand
01
νεκρό χέρι, η καταπιεστική επιρροή παρελθόντων γεγονότων ή αποφάσεων
the oppressive influence of past events or decisions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
νεκρό χέρι, αναπαλλοτρίωτη ιδιοκτησία
real property held inalienably (as by an ecclesiastical corporation)
03
νεκρό χέρι, αποκλεισμένο χέρι
a hand of cards in certain card games that is no longer eligible to participate in the game due to specific conditions or penalties



























