Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aleatory
01
τυχαίος
connected with or denoting musical compositions or other art forms that involve random choice using computer techniques
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























